Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

QUO VADIS MUSICA?

Αλήθεια, έχετε ποτέ σταθεί αναρωτώμενοι τι πραγματικά είναι αυτό το rock που ακούμε σήμερα; Έχετε ποτέ αναρωτηθεί τι άλλαξε και από τα χιλιάδες συγκροτήματα που βάραιναν τα ράφια των δισκοπωλείων τις περασμένες δεκαετίες, έχουμε σήμερα καταλήξει να ασχολούμαστε με τα λίγα εναπομείναντα από τότε και με τα ακόμα λιγότερα άξια αναφοράς του σήμερα;

Τι έχει συμβεί στη μουσική που μας αρέσει και απλά δεν παράγει πλέον; Γιατί είμαστε όλοι σε αναμονή ακόμα ενός αναμασήματος από τα γκρούπ που κάποτε είχαν κάτι να πουν ενώ σήμερα μονάχα υπάρχουν; Για ποιό λόγο εξακολουθούν οι Rolling Stones να είναι η μεγαλύτερη rock ‘n' roll μπάντα του κόσμου και να σπάνε ταμεία σε κάθε κυκλοφορία τους; Τι ωθεί τον κόσμο να παρακολουθεί και να αγωνιά επί οκτώ συναπτά έτη αν ο Axl Rose θα κυκλοφορήσει, επιτέλους, ένα album που λέγεται Chinese Democracy με μια μπάντα που λέγεται Guns & Roses που καμία σχέση δεν έχει με αυτήν των 80ς παρά μόνο έναν πεισματάρη σαραντάρη που δεν τολμά να προσπαθήσει τίποτα άλλο; Γιατί ο μέσος hard rock fan βάζει στην κορυφή των προτιμήσεών του το χειρότερο, ίσως, album που κυκλοφόρησε ο Coverdale ονομάζοντας άλλη μία μπάντα με το βαρύ σαν ιστορία Whitesnake; Γιατί το βαρετό και μακρύ Black Ice με τα δύο τρία, μόλις και μετά βίας, κομμάτια της προκοπής έχει μετατρέψει τους φιλότιμους μεν, άκαπνους δε AC/DC σε contemporary act παγκοσμίου μεγέθους και τους έκανε εξώφυλλο στο Rolling Stone για πρώτη (αν δεν κάνω λάθος) φορά στα τριάντα τόσα χρόνια της ιστορίας τους; Και για να πάμε και πιο μακριά, τι έπαθαν οι Metallica και γύρισαν στον And Justice For All και τον 80ς thrash ήχο στα σαράντα τους; Πόσο μάλλον όταν τα «καταραμένα» από τους φίλους τους albums πούλαγαν πιο πολύ από ζεστές τυρόπιτες ενώ ταυτόχρονα τους έβαζαν σε νέα μονοπάτια; Γιατί τα λαμπρά παραδείγματα είναι τόσο λίγα στην εποχή μας; Γιατί οι μουσικοί δεν τολμούν πια; 

Γιατί, μην με παρεξηγήσετε, αλλά η άρνηση του Robert Plant να συνεχίσει αυτό το «παραμύθι» που λέγεται Led Zeppelin 2008, είναι μια ηλιαχτίδα προσωπικότητας και καλλιτεχνικής ταυτότητας τόσο ανέλπιστης πια, όσο να σου κάτσει το lotto αν δεν παίζεις.

Το ερώτημα είναι αν αξίζει να διαμαρτύρεται κάποιος για όλα αυτά. Και η ταπεινή μου άποψη είναι ένα τρανταχτό ΟΧΙ.

Με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα, η μουσική βιομηχανία απλά δεν επιθυμεί να παράγει τίποτα καινούριο. Και αν ήταν μόνο αυτό, θα είχαμε να ελπίζουμε σε αλλαγές και σε αναταράξεις. Δυστυχώς, πλέον, ο τρόπος προσέγγισης της μουσικής κάθε είδους έχει αλλάξει άρδην και έχει αλλάξει προς το απλούστερο και προς το αμεσότερο. Η μουσική, πλέον, αντιμετωπίζεται σαν βιομηχανικό προϊόν και διαχειρίζεται από managers που ουδεμία καλλιτεχνική σχέση έχουν με το συγκεκριμένο αντικείμενο και ουδεμία όρεξη έχουν να το αντιληφθούν για αυτό που είναι. Η μουσική, τουλάχιστο αυτή που έχουμε μάθει από τα 60ς να ονομάζουμε popular (pop) δεν αντιμετωπίζεται σαν καλλιτεχνική δημιουργία αλλά σαν καταναλωτικό αγαθό μιας κοινωνίας διαφήμισης που θα καταναλώσει ότι βλέπει περισσότερο στον τοίχο απέναντι και που δεν επιθυμεί να διαθέσει χρόνο για να ψάξει, να πειραματιστεί, να δοκιμάσει, να αισθανθεί...

Οι δισκογραφικές, θα μου πείτε, πάντα δούλευαν με στόχο το κέρδος. Θα συμφωνήσω επαυξάνοντας, απλά δείτε πως το κάνουν. Κάποτε μια δισκογραφική θα υπέγραφε μια μπάντα βασιζόμενη στο κριτήριο του παραγωγού που την ανακάλυψε και την πίστεψε και αυτός ο παραγωγός είχε πάντα άποψη. Σήμερα, μια δισκογραφική θα επιλέξει μια μπάντα γιατί αυτή μοιάζει με κάτι που κάνει επιτυχία την ίδια στιγμή. Ψάξτε να δείτε πόσες Amy Winehouse έχουν βγεί στο κλαρί τα τελευταία πέντε χρόνια, στην ουσία αναμασώντας παλιές μελωδίες και επιτυχίες ώστε να μην τις πάρει το ποτάμι και θα καταλάβετε τι εννοώ. Στα 50s/60ς δεν χρειαζόσουν ακόμα μία Jannis Joplin ούτε έναν δεύτερο Elvis ακόμα και αν υπήρχαν. Χρειαζόσουν κάποιους που να κάνουν το ίδιο πράγμα, μεν, με άλλο τρόπο δε. Και αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Η τυποποίηση της μουσικής και η αναγκαστική ταυτοποίηση των ειδών και των ήχων που καταστρέφει κάθε ιδέα πειραματισμού και αυτοπροσδιορισμού.

Θέλετε κι άλλα παραδείγματα; Δείτε τι περνάει, πλέον, από τα ραδιόφωνα. Τυποποιημένες playlists με την ίδια μουσική, τα ίδια κομμάτια, τα ίδια συγκροτήματα να πνίγουν τα ραδιοκύματα είτε πρόκειται για σταθμό μουσικό είτε για ενημερωτικό είτε αθλητικό είτε της εκκλησίας. Το ίδιο και το ίδιο soundtrack παιγμένο για όλους ανεξαιρέτως τους ακροατές, σαν μια πλύση εγκεφάλου. Είναι τέτοια η αγωνία των εταιριών να πουλήσουν το προϊόν τους, που αναπαραγάγουν το ίδιο προϊόν ξανά και ξανά ώστε να εκμηδενίσουν κάθε πιθανότητα εμπορικής αποτυχίας. Και αν στο παρελθόν η συνταγή ήταν η ποικιλία, σήμερα η συνταγή είναι μονοδιάστατη. Και βαρετή.

Θα μου πείτε, η πειρατεία έχει φέρει μεγάλο πλήγμα στη μουσική. Κι εγώ θα γελάσω. Όχι γιατί συμφωνώ με την πειρατεία ή το downloading. Κάθε άλλο. Απλά, γιατί έχουμε φτάσει να συγχέουμε την τέχνη με το εμπόριο. Στο κάτω κάτω, πότε οι πωλήσεις ήταν μεγαλύτερες; Στα 60ς και τα 70ς με τα χιλιάδες διαφορετικά συγκροτήματα ή σήμερα; Από τους εκατό από εσάς, που θα μπορούσατε να συμμετέχετε σε μια mini δημοσκόπηση, είναι ζήτημα αν οι 3-4 κληρονόμησαν από τους γονείς τους μια τεράστια δισκοθήκη. Πενήντα, εκατό κομμάτια; Για μετρήστε τα CD σας και πείτε μου ποιός «ψωνίζει» περισσότερο. Το πρόβλημα της πειρατείας είναι των εταιριών και όχι δικό μας. Ο μουσικός γράφει μουσική επειδή νοιώθει την ανάγκη να γράψει μουσική και όχι για να γίνει εκατομμυριούχος. Αν καταφέρει να μπει στο σύστημα και να κερδίσει από τη μουσική του, θα βληθεί και αυτός από τα φαινόμενα των καιρών. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, όμως, οι μουσικοί παραμένουν σε ρηχά νερά και όμως συνεχίζουν. Και η  μουσική τους γυρίζει τον κόσμο και μάλιστα πολύ περισσότερο και πιο εύκολα από ποτέ.

Και αν εμείς συνεχίζουμε να αναμασάμε τα ίδια και τα ίδια, δικό μας το πρόβλημα. Αν όμως μπούμε στον κόπο να ψάξουμε, να ακούσουμε, να μυρίσουμε, τότε θα ανακαλύψουμε ότι η μουσική είναι εδώ και εξελίσσεται και γιγαντώνεται. Και δεν έχει καμία σημασία αν ο μουσικός είναι βιρτουόζος ενός οργάνου ή computer freak. Η μουσική δεν έχει όρια. Η τέχνη δεν έχει όρια. Χρησιμοποιεί όλα τα μέσα και τα υλικά που της παρέχονται και αυτό έκανε πάντα. Αλλιώς όλοι θα ζωγράφιζαν ακόμα με κάρβουνο ή θα έπαιζαν μουσική με κόκκαλα μαμούθ και έντερα κατσίκας. Και εμείς το μόνο που θα μπορούσαμε να ακούσουμε θα ήταν πολεμικοί ρυθμοί για να κρατάμε σωστά το βήμα.

Η καλή μουσική είναι παντού και τόσο επίκαιρη όσο πάντα. Και είναι κοντά μας, πολύ κοντά μας. Αλλά θα μείνει απόμακρη αν εμείς δεν τείνουμε ευήκοα ώτα, αν δεν προσεγγίσουμε πάλι τη μουσική για αυτό που είναι. Τέχνη, αίσθηση, εξέλιξη, διαφορετικότητα, πειραματισμός, συναίσθημα, ανακούφιση, σύγχυση, ευτυχία, δυστυχία. Με λίγα λόγια καθημερινότητα, όχι όμως ρουτίνα. Είναι η καθημερινότητα του καθενός, όπως αυτός την ορίζει και όχι όπως την ορίζουν οι πολλοί. Γι αυτό και η μουσική απηχεί σε πολλούς και διαφορετικούς και γι αυτό και εξελίσσεται συνεχώς και αδιάλειπτα και σε τόσα είδη που ξέρουμε και που δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει.

Έτσι λοιπόν, όσοι επιλέξουν να συνταχθούν με τους καιρούς θα μείνουν να διαμαρτύρονται για τη μουσική «φτώχια», για την μικρή παραγωγή, για τα ανεπαρκή συγκροτήματα που «δεν συγκρίνονται μα τους παλιούς καλούς μουσικούς» και για ένα σωρό άλλα ανούσια.

Όσοι, όμως, επιλέξουν να παρακούσουν τα πρόσκαιρα κελεύσματα και βουτήξουν στον πραγματικό κόσμο της μουσικής, ψάξουν και αισθανθούν μουσικές από όλα τα μήκη και πλάτη, θα βγουν στην επιφάνεια κουβαλώντας θησαυρούς από καιρό χαμένους, αλλά πάντα προφανείς, τουλάχιστο για αυτούς που είχαν την τόλμη να απλώσουν το χέρι τους λίγο πιο μακριά από τη μύτη τους.

No Radio Man

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ 

Back Door Slam / Roll Away (2007).

     Παρά το ότι κυκλοφόρησε κάπου μέσα στο περασμένο καλοκαίρι, μόλις τώρα έπεσε στα χέρια μου αυτό το μικρό αριστούργημα με το ψυχεδελικό εξώφυλλο. Όταν άνοιξα το πακέτο και είδα το jewel box φαντάστηκα ότι πρόκειται για κάποιο ξεχασμένο project από τα 60ς, ενδεχομένως κάποιου μετέπειτα φτασμένου καλλιτέχνη, από τα διάφορα που μου στέλνουν κατά καιρούς γνωστοί και φίλοι. Μέχρι που περιεργαζόμενος το artworkσυνειδητοποίησα ότι πρόκειται για καινούρια κυκλοφορία, του 2008 και μάλιστα από ένα συγκρότημα τυπάδων από αυτήν την ξεχασμένη γωνιά της Αγγλίας που ονομάζεται Isle Of Man που θαλασσοδέρνεται κάπου ανάμεσα στην Ιρλανδία και την Αγγλία. Δυστυχώς, η μπάντα αυτή διαλύθυκε πριν από ένα μήνα. Γι' αυτό, προλάβετε, βρείτε το και απολαύστε το.

Απίστευτο blues/rock από μια μπάντα που φαίνεται να το κάνει για χρόνια ενώ πρόκειται για το ντεμπούτο τους. Με το όνομά τους παρμένο από ένα κομμάτι του Robert Cray, το στυλ της μουσικής τους είναι πρόδηλο. Μιας και δεν πρόκειται για κανονική κριτική, το μόνο που θα πω είναι ότι όχι απλά είναι ένα από τα καλύτερα albums του είδους που έχουν πέσει στα χέρια μου εδώ και πέντε έξι χρόνια, αλλά βάζει τα γυαλιά σε πολλούς από αυτούς τους wannabe λευκούς bluesmen που μας έχουν πάρει τα αυτιά τόσα χρόνια τώρα με το δήθεν contemporary blues που παράγουν ανερυθρίαστα (Gary Moore ακούς;). ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ!!!!!!

A, και κάτι ακόμα...Μην ξανακούσω ότι η Ελλάδα είναι μικρή για να παράγει καλά συγκροτήματα. Το Isle Of Man είναι ένα ημιανεξάρτητο νησάκι περίπου μισό από τη Μυτιλήνη, με 80,000 ξεχασμένους κατοίκους και παράγει μόνο κατσικίσιο γάλα...

Thieves And Liars / When Dreams Become Reality (2008).

Για να μην τρελαθούμε κιόλας... Επανερχόμενος στο κεντρικό θέμα, αλήθεια, τι είναι όλα αυτά τα σκ...α που μας ταΐζουν και εμείς ξερογλειφόμαστε. Κι όμως αν το ψάξουμε λίγο το πράγμα, μπάντες σαν τους Thieves And Liars δεν είναι τόσο μακριά από τα decks μας. Και δεν είναι και λίγες. Μια μπάντα τριών πιτσιρικάδων μουσικών από το San Diego μας μαθαίνει εκ νέου τι σημαίνει classic rock με ούμπαλα και μας θυμίζει τι έχουμε χάσει τόσα χρόνια περιμένοντας τα super reunions όπως περίμεναν οι Ιουδαίοι το Μάννα εξ’ ουρανού!!! Βάλτε στο ράφι WhitesnakeBlack CrowesMkIII Purple και δεν συμμαζεύεται, κάντε μια βόλτα στο net, αφού εδώ δεν έχετε ελπίδα (ρώτησα σε δισκάδικα, έψαξα, ρώτησα και σαν απάντηση έλαβα πλήρη άγνοια...), βρείτε το δισκάκι και λιώστε το. Θα με θυμηθείτε και θα με μακαρίζετε. Όσοι ακούν την εκπομπή μου στο rockmachine έχουν ήδη γνώση περί του αντικειμένου και γνωρίζουν την άποψή μου για τούτη εδώ την μπάντα. Όσοι πάλι όχι, κάντε τον κόπο να το ψάξετε...Το καλύτερο rock του 2008 και όσοι αγαπάτε τους Answer, θα τους λατρέψετε... 

Parlor Mob / And You Were A Crow (2008). Και αν ρωτήσεις εδώ, θα σε κοιτάνε   λες και μιλάς σουαχίλι. Ευτυχώς για αυτούς, έτυχαν καλύτερης μοίρας από τους παραπάνω (προς το παρόν). Επίσης αρκετά παιγμένοι από την εκπομπή μου, από τα αγαπημένα ακούσματά μου για το 2008 και με καλή πορεία έξω, κλασσικό, ελαφρά prog rock υψηλής ποιότητας που αξίζει να τσεκάρετε.

Big Brother & The Holding Company – Can’t Go Home Again (1972)

Όταν η Janis Joplin αποχώρησε από τους BB&THC για να σχηματίσει τους Kozmic Blues Band μαζί με τον ιδρυτή τους SamAndrew, οι υπόλοιποι δεν το έβαλαν κάτω. Προσαρτώντας τον Nick “The Greek” Gravenites, και με την επιστροφή τουAndrew κυκλοφόρησαν αυτό το album στα 1972 (μετά τα Be A Brother και How Hard It Is) με την εξαιρετική Kathi McDonald στα φωνητικά μετά από δύο albums με τη φωνή του Gravenites. Όλη η soul/blues ατμόσφαιρα που εκτόξευσε την Janis και το Cheap Thrills album είναι εδώ, με την McDonald να σε κάνει, εύκολα, να ξεχνάς τη μεγάλη ερμηνεύτρια και μια ανατριχιαστική εκτέλεση του As The Υears Go Passing By. Τεράστιοι blues ερμηνευτές σε ένα διαμάντι από τις αρχές των 70s που ακριβώς επειδή η Joplin είχε ήδη αποχωρήσει, δεν έτυχε της αναγνώρισης που του έπρεπε

Ryan McGarvey – Forward In Reverse. Και ενώ θα βρείτε κριτική μου για το νέο (εξαιρετικό) album του Joe Bonamassa στις σελίδες του rockpages, αλλά επειδή έχουμε κολλήσει (αχ...) στον Bonamassa, στον Duarte άντε και στον Kenny Wayne Shepherd, για κάντε τον κόπο και ρίξτε ένα άκουσμα σε έναν πιτσιρικά που παίζει blues από άλλο πλανήτη. Σύγχρονο, φρέσκο Texas blues με μια rock άποψη που δεν θα ξενίσει, αυτό είναι το blues του Ryan McGarvey που έχει ξεσηκώσει την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Όσοι φίλοι των πιο πάνω, μην παραλείψετε να ακούσετε το Forward In Reverse. Απλά εξαιρετικό!

Ute Lemper – Best Of (1998). Γιατί Best Of? Για να μην βαρύνετε πολύ και να ξεκινήσετε με την Lemper από τα εύκολα. Γιατί η πανέμορφη Γερμανίδα είναι μια καταπληκτική ερμηνεύτρια jazz/cabaret με μια υπέροχη φωνή που καθηλώνει και γιατί αυτό το best of περιέχει όλα όσα θα χρειαστεί κανείς για ένα πρώτο άκουσμα και αργότερα, αν επιθυμεί, να εντρυφήσει περισσότερο. Από το opening, κλασσικό All That Jazz μέχρι το Ports Of Amsterdam του Gerschwin σε ένα εκπληκτικό ασύγχρονο ντουέτο με τον David Bowie, όλο το δισκάκι μυρίζει 40ς. Αριστοτεχνικές ερμηνείες από τη «νέα Marlene Dietrich» (όπως την ονομάζουν) σε ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Αμέσως μετά δοκιμάστε τα Ute Lemper sings Kurt Weill και Ute Lemper: The Songbook of Michael Nyman.

Επίσης:

Quireboys / Homewreckers And HeartBreakers (2008). Οι γνωστοί, καλοί και αγαπημένοι Quireboys όπως τους ξέρετε, σε καλύτερα κέφια από τα δύο τελευταία τους albums, τώρα με εταιρία από το πουθενά.

The Electric Flag / Groovin’ Is Easy (1983). 








Nick Gravenites meets Mike Bloomfield ή αλλιώς η επιτομή του κλασσικού λευκού 70ς blues. Ένα album/bootleg που πιάνει το live feeling δύο κορυφαίων μουσικών, είναι το τελευταίο των Electric Flag που δημιουργήθηκαν το 1967. Έξοχο παράδειγμα για το πως λειτουργούσαν οι μουσικοί εκείνης της εποχής. Καλύτερη άποψη θα έχετε με το εξαιρετικό A LongTime Comin του 1968 που ήταν και το peak της συγκεκριμένης μπάντας.

Captain Beefheart / Trout Masc Replica (1969). Σε παραγωγή και ύφος Frank Zappa, αυτό είναι το αριστούργημα του Captain Beefheart που εδώ καταπιάνεται με ένα μινιμαλιστικό μείγμα μουσικών, από rock ‘n rollblues και free jazz σε garage και progressive καταθέτοντας ένα διπλό album με 28 κομμάτια, χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας του από την αρχή μέχρι το τέλος.

Αυτά...μέχρι την επόμενη φορά,

No Radio Man Has Left the Building...

Δεν υπάρχουν σχόλια: